| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.588.406 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακομψος |
0,01 sec. |
|
ακομψος επίθ α / θ / ουδ ακομψος, άκομψη, άκομψο ['akompsos, 'akompsi, 'akompso] 1 άχαρος inélégant/-antedisgracieux/-ieuse άκομψo ντύσιμο une inélégante façon de s'habiller 2 αγενής indécent/-enteinconvenant/-ante άκομψο φέρσιμο un comportement grossier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|