Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.399.438 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άκρη

0,02 sec.
άκρη vora rand, spids Rand, Spitze edge, tip rando orilla, punta reuna, kärki bord, bout rub, vrh szél orlo, estremità krawędź, koniuszek margem, ponta hrana rand, spets طرف مستدق špička 先端 tipje tupp кончик จุดปลายสุด đầu 尖稍
ουσ θ άκρη ['akri]
1 το αρχικό ή πιο μακρινό σημείο ενός πράγματος bout
στην άλλη άκρη της πόλης à l'autre bout de la ville
2 απόμερο σημείο coin
κάθομαι σε μια άκρη s'asseoir dans un coin
απ' άκρη σε άκρη
παντού d'un bout à l'autre
§§§§(περπατάω) στην άκρη των ποδιών/νυχιών
προσεχτικά, χωρίς να κάνω θόρυβο (marcher) sur la pointe des pieds
βάζω/κάνω κπ στην άκρη
παραμερίζω, αγνοώ κπ mettre qqn à l'écartécarter
βάζω κτ στην άκρη
κάνω οικονομίες épargner


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.