άκυρος

Μεταφράσεις

άκυρος

('aciros) αρσενικό

άκυρη

('aciri) θηλυκό

άκυρο

invalidanulat无效無效 ('akiro) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει καμία ισχύ άκυρο ψηφοδέλτιο άκυρο αποτέλεσμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close