άλαλος

(προωθήθηκε από άλαλο)
Μεταφράσεις

άλαλος

('alalos) αρσενικό

άλαλη

('alali) θηλυκό

άλαλο

('alalo) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς μιλιά μένω άλαλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close