| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.113.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άλλος |
0,06 sec. |
|
άλλος other, another, else diferente, distinto, otro autre altro, un altro ほかの, 他の, もう一つの alius drugi, inny, pozostały, jeszcze jeden alt другой, иной annan, en annan آخَر, أٌخر další, ostatní andre, en anden anderer, noch ein toinen drugi 다른, 또 하나의 een andere, overig annen, en til adicional, outro อีกอันหนึ่ง, อื่นๆ diğer khác 其他的, 另一个 αντων α / θ / ουδ άλλος, άλλη, άλλο ['alos, 'ali, 'alo] 5 see also κ.ά. άλλα αντί άλλων άσχετα πράγματα n'importe quoi κάθε άλλο το αντίθετο au contraire χωρίς/δίχως άλλο οπωσδήποτε à tout prix και άλλα etc. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|