άλμα

Μεταφράσεις

άλμα

sautsalto ('alma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σάλτο, πήδημα Μ' ένα άλμα βρέθηκε απέναντι.
2. αθλητισμός είδος αθλήματος το άλμα εις ύψοςεπί κοντώ
3. μεταφορικά γοργή πρόοδος κάνω άλματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close