Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.799.838.512 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άλμα εις μήκος

0,02 sec.
άλμα εις μήκος قفزة طويلة
άλμα εις μήκος skok daleký
άλμα εις μήκος længdespring
άλμα εις μήκος Weitsprung
άλμα εις μήκος long jump
άλμα εις μήκος salto de longitud
άλμα εις μήκος pituushyppy
άλμα εις μήκος saut en longueur
άλμα εις μήκος skok udalj
άλμα εις μήκος salto in lungo
άλμα εις μήκος 幅跳び
άλμα εις μήκος 멀리뛰기
άλμα εις μήκος verspringen
άλμα εις μήκος lengdehopp
άλμα εις μήκος skok w dal
άλμα εις μήκος salto em comprimento, salto em distância
άλμα εις μήκος прыжок в длину
άλμα εις μήκος längdhopp
άλμα εις μήκος กระโดดยาว
άλμα εις μήκος uzun atlama
άλμα εις μήκος nhảy xa
άλμα εις μήκος 跳远


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.