άμεσα

Μεταφράσεις

άμεσα

imediat ('amesa)
επίρρημα
1. χωρίς ενδιάμεσο απευθύνομαι άμεσα σε κπ συνδέομαι άμεσα με
2. σύντομα, επειγόντως Η επιθυμία του θα πραγματοποιηθεί άμεσα. Πρέπει να εγχειριστεί άμεσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close