άμεσος

Μεταφράσεις

άμεσος

('amesos) αρσενικό

άμεση

('amesi) θηλυκό

άμεσο

immediate, urgent, directمُبَاشِر, مُبَاشِرَةًokamžitý, přímýdirekte, øjeblikkeligdirekt, unmittelbardirecto, inmediatosuora, välitöndirect, immédiatizravan, neposredandiretto, immediato早速の, 率直な즉시의, 직행의direct, onmiddellijkdirekte, øyeblikkeligbezpośredni, natychmiastowydireto, imediatoнемедленный, прямойomedelbar, rättframตรงไป, ทันทีacil, kestirmelập tức, trực tiếp直接的, 立即的ישיר ('ameso) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται κατευθείαν άμεση αντίδραση
2. κοντινός στο άμεσο μέλλον
αστυνομία για έκτακτα περιστατικά καλώ την Άμεση Δράση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close