άμοιρος

(προωθήθηκε από άμοιρη)
Μεταφράσεις

άμοιρος

('amiros) αρσενικό

άμοιρη

('amiri) θηλυκό

άμοιρο

('amiro) ουδέτερο
επίθετο
o καημένος, ο δυστυχισμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close