άμυαλος

(προωθήθηκε από άμυαλη)
Μεταφράσεις

άμυαλος

('amɲalos) αρσενικό

άμυαλη

('amɲali) θηλυκό

άμυαλο

brainless, witless, unwiseغَيْرُ حَكِيمnerozumnýuklogunkluginsensatoepäviisasimprudentnerazboritimprudente分別のない어리석은onverstandigukloknierozsądnyimprudenteнеблагоразумныйosmartไม่ฉลาดakıllıca olmayandại dột不明智的 ('amɲalo) ουδέτερο
επίθετο
ανόητος άμυαλος νεαρός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close