| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.388.635 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άναμμα |
0,02 sec. |
|
άναμμα lighting ουσ ουδ άναμμα ['anama] 1 η πρόκληση φωτιάς mise à feu το άναμμα πυροτεχνήματος la mise à feu d'un feu d'artifice 2 κινητοποίηση μηχανισμού allumage; mise à feu το άναμμα της μηχανής la surchauffe d'un moteur 3 υπερθέρμανση surchauffe το άναμμα της μηχανής la surchauffe d'un moteur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|