| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.868.503.072 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
άναυδος |
0,01 sec. |
|
|
άναυδος dumbfounded, speechless abasourdi, coi فاقد القدرة على الكلام nemít slov målløs sprachlos sin habla sanaton bez riječi senza parole 口のきけない 말을 못하는 sprakeloos målløs oniemiały emudecido онемевший mållös ไม่สามารถพูดได้ nutku tutulmuş không nói nên lời 不能说话的
επίθ α / θ / ουδ άναυδος, άναυδη, άναυδο ['anavðos, 'anavði, 'anavðo] άφωνος από έκπληξη interloqué/-éesidéré/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|