| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.283.601 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνδρας |
0,02 sec. |
|
άνδρας man رجل, ذَكَر мъж hombre, home, varón muž, pán mand, han Mann husband, man, male viro, virulo mees, meesterahvas mies, uros époux, homme, mari, mâle אדם, איש, גבר आदमी muškarac, muško férfi homine, viro viro maður uomo 男の人, 男性 남자, 남성 vir heer, mens, mannelijk persoon mężczyzna, pan homem, varão, macho bărbat мужчина, особь мужского пола muž moški, mož man erkek чоловік 男人, 男性 varón mann ผู้ชาย giống đực Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|