| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.338.613 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνεργος |
0,02 sec. |
|
άνεργος idle, unemployed, jobless عاطل, عاطل عن العمل nezaměstnaný arbejdsløs arbeitslos desempleado työtön chômeur bez posla, nezaposlen disoccupato 失業している, 失業中の 실직의, 일자리가 없는 werkloos arbeidsledig, arbeidsløs bezrobotny desempregado безработный arbetslös ไม่มีงาน, ไม่มีงานทำ işsiz, işşiz thất nghiệp 失业的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|