άνεργος

Μεταφράσεις

άνεργος

('anerɣos) αρσενικό

άνεργη

unemployed, idle, joblessعَاطِلٌ, عَاطِلٌ عَن العَمَلnezaměstnanýarbejdsløsarbeitslosdesempleado, desempleadostyötönchômeurbesposlen, nezaposlendisoccupato失業している, 失業中の실직의, 일자리가 없는werkloosarbeidsledig, arbeidsløsbezrobotnydesempregado, desempregadosбезработныйarbetslösไม่มีงาน, ไม่มีงานทำişsizthất nghiệp失业的безработниמובטל ('anerʝi) θηλυκό
ουσιαστικό
που δε βρίσκει δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close