άνεση

Μεταφράσεις

άνεση

comfort, commodity, convenience, easeaisance, commodité, facilitéкомфорт舒适comfortconfortoKomfortנחמהkomfortcomfortкомфортcomodidad快適さkomfortالراحة舒適 ('anesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ευκολία καταλαβαίνω κτ με άνεση Με την άνεσή σου.
2. έλλειψη στενότητας, πίεσης Έχω άνεση χώρου και χρόνου. οικονομική άνεση Με την άνεσή σου.
3. φυσικότητα, οικειότητα μιλάω με άνεση αισθάνομαι μεγάλη άνεση με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close