άνετος

(προωθήθηκε από άνετη)
Μεταφράσεις

άνετος

('anetos) αρσενικό

άνετη

('aneti) θηλυκό

άνετο

gemütlich, bequemcomfortable, cozy, easy-going, easyconfortableمُرِيحpohodlnýkomfortabelcómodomukavaudobancomodo快適な쾌적한comfortabelbehageligwygodnyconfortávelудобныйbekvämสะดวกสบายrahatthoải mái舒适的 ('aneto) ουδέτερο
επίθετο
1. εύκολος, χωρίς κόπο άνετη νίκη
2. αναπαυτικός, ευρύχωρος άνετο κάθισμα άνετο αυτοκίνητο
3. φυσικός άνετες κινήσεις
4. ξένοιαστος, χωρίς προβλήματα άνετη ζωή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close