| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.703.362 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνετος |
0,02 sec. |
|
άνετος gemütlich, bequem comfortable, cozy, easy-going, easy confortable مريح pohodlný komfortabel cómodo mukava udoban comodo 快適な 쾌적한 comfortabel behagelig wygodny confortável удобный bekväm สะดวกสบาย rahat thoải mái 舒适的 επίθ α / θ / ουδ άνετος, άνετη, άνετο ['anetos, 'aneti, 'aneto] 2 αναπαυτικός, ευρύχωρος confortablespacieux/-ieuse άνετο κάθισμα un siège confortable 3 φυσικός aisé άνετες κινήσεις des mouvements aisés 4 ξένοιαστος, χωρίς προβλήματα aiséconfortable επίρρ άνετα ['aneta] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|