Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.868.508.325 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άνθρωπος

0,01 sec.
άνθρωπος انسان, إنسان humà Mensch human, man, human being, person, dude, people viro hombre, ser humano homme, humain, être humain אדם ember uomo, essere umano homo humano, ser humano om мужчина, человек människa insan, insanoğlu lidská bytost menneske ihminen ljudsko biće 人間 인간 menselijk wezen menneske istota ludzka คน con người 人类
ουσ α άνθρωπος ['anθropos]
1 το ανθρώπινο είδος l'espèce humaine
η εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη l'apparition de l'homme sur la terre
2 το άτομο hommepersonne
Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. C'était un brave homme.
γενναιόδωρος άνθρωπος une personne généreuse
3 κανείς personne
Δεν ήρθε άνθρωπος να με δει. Personne n'est venu me voir.
Δεν υπήρχε άνθρωπος έξω. Il n'y avait pas un chat dehors.
Είναι δικός μας άνθρωπος.
σαν κι εμάς Il est des nôtres.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.