άνθρωπος

Μεταφράσεις

άνθρωπος

انسان, إِنْسَانٌhumàMenschman, human, human being, person, dude, peopleviroser humano, hombrehomme, humain, être humainאדםemberuomo, essere umanohomohumano, ser humanoomчеловек, мужчинаmänniskainsan, insanoğlučlověkmenneskeihminenljudsko biće人間인간menselijk wezenmenneskeistota ludzkaคนcon người人类 ('anθropos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. το ανθρώπινο είδος η εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη
2. το άτομο Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. γενναιόδωρος άνθρωπος
σαν κι εμάς
3. κανείς Δεν ήρθε άνθρωπος να με δει. Δεν υπήρχε άνθρωπος έξω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close