| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.480.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνοδος |
0,02 sec. |
|
άνοδος anode, hausse, montée accession, upswing ουσ θ άνοδος ['anoðos] 1 ανέβασμα montée 2 μονόδρομος που ανεβαίνει rue à sens unique montante Αυτός ο δρόμος είναι άνοδος. Cette rue montante est à sens unique. 3 αύξηση hausse άνοδος των τιμών la hausse des prix 5 η πρόοδος promotion επαγγελματική άνοδος la promotion professionnelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|