| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.954.352 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνοιγμα |
0,02 sec. |
|
άνοιγμα opening, hatch, aperture orifice, ouverture deschidere ثقب otvor åbning Öffnung apertura aukko otvor apertura 開口部 구멍 opening åpning otwór abertura отверстие öppning ช่อง açıklık lỗ hổng 光圈 ουσ ουδ άνοιγμα ['aniɣma] 1 δημιουργία περάσματος ouverture το άνοιγμα των συνόρων l'ouverture des frontières 5 έναρξη ouvertureinauguration το άνοιγμα της έκθεσης l'inauguration de l'exposition 6 διάσταση écartement; écart Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|