| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.432.106 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άνοιξη |
0,04 sec. |
|
άνοιξη primavera jaro forår, forårstid Frühling, Lenz, Frühlingszeit spring, springtime printempo primavera kevad باهار kevät printemps אביב proljeće tavasz primavera musim primavera 春, 春季 봄, 봄철 primavera pavasaris lente, voorjaar wiosna primavera primăvară весна, весенняя пора jar pomlad vår bahar, ilkbahar 春天, 春季 الربيع, فصل الربيع vår ฤดูใบไม้ผลิ mùa xuân ουσ θ άνοιξη ['aniksi] η δεύτερη εποχή του χρόνου printemps Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|