άνοστος

(προωθήθηκε από άνοστο)
Μεταφράσεις

άνοστος

('anostos) αρσενικό

άνοστη

('anosti) θηλυκό

άνοστο

bland, vapid ('anosto) ουδέτερο
επίθετο
1. άγευστος άνοστο φαγητό
2. μεταφορικά άγουστος άνοστο αστείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close