άνω

Μεταφράσεις

άνω

('ano)
επίρρημα
ακατάστατος Το δωμάτιο ήταν άνω κάτω.

άνω

above, up, upper
επίθετο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
σημείο στίξης
τα χέρια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close