άξιος

(προωθήθηκε από άξιο)
Μεταφράσεις

άξιος

('aksios) αρσενικό

άξια

('aksia) θηλυκό

άξιο

worthy, deserving, eligible, meritoriouscapable, dignevalido ('aksio) ουδέτερο
επίθετο
1. ικανός Είναι άξιος στον τομέα του.
2. που μου αρμόζει είμαι άξιος των προγόνων μου είμαι άξιος θαυμασμού
έχω ευθύνη γι'αυτό που μου συμβαίνει
δεν αξίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close