άοπλος

Μεταφράσεις

άοπλος

('aoplos) αρσενικό

άοπλη

('aopli) θηλυκό

άοπλο

unarmeddésarmé비무장 ('aoplo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν κρατάει όπλο επάνω του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close