άπιστος

Μεταφράσεις

άπιστος

('apistos) αρσενικό

άπιστη

('apisti) θηλυκό

άπιστο

unfaithful, infidel, unbelieverinfidèle, incroyant, non-croyantخَائِنnevěrnýutrountreuinfieluskotonnevjeraninfedele不貞な부정한ontrouwutroniewiernyinfielневерныйotrogenไม่ซื่อสัตย์sadakatsizkhông chung thủy不诚实的 ('apisto) ουδέτερο
επίθετο
1. άθρησκος Θεωρείται άπιστος.
2. που δεν είναι πιστός σε κπ άπιστος σύζυγος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close