| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.344.260 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άπιστος |
0,01 sec. |
|
άπιστος infidel, unbeliever, unfaithful incroyant, infidèle, non-croyant خائن nevěrný utro untreu infiel uskoton nevjeran infedele 不貞な 부정한 ontrouw utro niewierny infiel неверный otrogen ไม่ซื่อสัตย์ sadakatsiz không chung thủy 不诚实的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|