άπληστος

(προωθήθηκε από άπληστη)
Μεταφράσεις

άπληστος

('aplistos) αρσενικό

άπληστη

('aplisti) θηλυκό

άπληστο

greedy, acquisitive, rapacious, voraciousجَشِعnenasytnýgrådiggierigavaro, codiciosoahnecupidepohlepanavido欲ばりの욕심 많은hebzuchtiggrådigchciwygananciosoжадныйgirigโลภaçgözlütham lam贪婪的 ('aplisto) ουδέτερο
επίθετο
ανικανοποίητος, αχόρταγος άπληστο βλέμμα άπληστος έμπορος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close