άπορος

(προωθήθηκε από άπορη)
Μεταφράσεις

άπορος

('aporos) αρσενικό

άπορη

('apori) θηλυκό

άπορο

indigent, destituteindigent ('aporo) ουδέτερο
επίθετο
πολύ φτωχός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close