Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.635.238 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άρρωστος
(προωθήθηκε από άρρωστη)

0,02 sec.
άρρωστος krank ill, sick, ghastly malade חולה aeger ziek chory bolnav chorý سقيم, عليل nemocný, nevolno syg enfermo pahoinvoiva, sairas bolestan malato 吐き気がする, 病気で 병든, 아픈 kvalm, syk doente, enjoado больной, чувствующий тошноту sjuk คลื่นไส้, ป่วย hasta buồn nôn, ốm 生病的, 病的
επίθ α / θ / ουδ άρρωστος, άρρωστη, άρρωστο ['arostos, 'arosti, 'arosto]
που πάσχει από κτ malade
άρρωστο παιδί un enfant malade
ουσ α / θ άρρωστος, άρρωστη
ασθενής malade
το δωμάτιο του αρρώστου la chambre du malade


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.