άρρωστος

(προωθήθηκε από άρρωστη)
Μεταφράσεις

άρρωστος

('arostos) αρσενικό

άρρωστη

('arosti) θηλυκό

άρρωστο

('arosto) ουδέτερο
επίθετο
που πάσχει από κτ άρρωστο παιδί

άρρωστος

αρσενικό

άρρωστη

krankill, sick, ghastlymaladeחולהaegerziekchorybolnavchorýعَلِيل, مَرِيضٌnemocný, nevolnosygenfermopahoinvoiva, sairasbolestanmalato吐き気がする, 病気で병든, 아픈kvalm, sykdoenteбольной, чувствующий недомоганиеsjukป่วยhastabuồn nôn, ốm生病的, 病的 θηλυκό
ουσιαστικό
ασθενής το δωμάτιο του αρρώστου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close