| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.139.456 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άρρωστος |
0,04 sec. |
|
άρρωστος krank ill, sick, ghastly malade חולה aeger ziek chory bolnav chorý سقيم, عليل nemocný, nevolno syg enfermo pahoinvoiva, sairas bolestan malato 吐き気がする, 病気で 병든, 아픈 kvalm, syk doente, enjoado больной, чувствующий тошноту sjuk คลื่นไส้, ป่วย hasta buồn nôn, ốm 生病的, 病的 επίθ α / θ / ουδ άρρωστος, άρρωστη, άρρωστο ['arostos, 'arosti, 'arosto] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|