άρτιος

(προωθήθηκε από άρτια)
Μεταφράσεις

άρτιος

('artios) αρσενικό

άρτια

('artia) θηλυκό

άρτιο

even, integral, intact, wholenawetдажеjopa ('artio) ουδέτερο
επίθετο
1. άψογος και ολοκληρωμένος μία τεχνικά άρτια κατασκευή
2. ζυγός αριθμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close