Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.504.119 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άρωμα

0,01 sec.
άρωμα aroma, perfume, fragrance, scent arôme, odeur, parfum aroma, olor, perfume عبير, عطر aróma, parfém aroma, parfume Aroma, Parfüm aromi, hajuvesi aroma, parfem aroma, profumo 芳香, 香水 방향, 향수 aroma, parfum aroma, parfyme aromat, perfumy aroma, perfume аромат, духи arom, parfym กลิ่นหอม, น้ำหอม koku, parfüm hương thơm, nước hoa 芳香, 香水
ουσ ουδ άρωμα ['aroma]
1 κολόνια parfum
μπουκάλι άρωμα un flacon de parfum
2 η μυρωδιά odeur
απαλό άρωμα λεβάντας un doux parfum de lavande
3 (για κρασί) μυρωδιά bouquet
το άρωμα του κρασιού le bouquet d'un vin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.