άσκηση

Μεταφράσεις

άσκηση

Übung, körperliche Bewegungexercise, drill, practiceejercicioexercicećwiczenie, ćwiczeniaупражнениеرِيَاضَة, مـُمَارَسَةcvičeníopgave, øvelseharjoitus, liikuntatjelovježba, vježbaesercizio練習, 運動연습문제, 운동lichaamsbeweging, oefeningøvelse, treningexercícioövningแบบฝึกหัด, การออกกำลังกายalıştırma, egzersizbài tập, tập thể dục习题, 练习упражняванеתרגיל ('ascisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. γυμναστική πρωινή άσκηση
2. πρόβλημα σε μάθημα ασκήσεις γραμματικής λύνω ασκήσεις μαθηματικών
3. εκτέλεση κατά την άσκηση των καθηκόντων του άσκηση του εκλογικού δικαιώματος
4. χρήση άσκηση βίας
5. μέρος στρατιωτικής εξάσκησης στρατιωτικές ασκήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close