| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.530.284 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
άσκηση |
0,03 sec. |
|
|
άσκηση Übung, körperliche Bewegung exercise, drill, practice ejercicio exercice ćwiczenie упражнение تمرين cvičení øvelse liikunta tjelovježba esercizio 運動 운동 lichaamsbeweging trening exercício övning การออกกำลังกาย egzersiz bài tập 练习 упражняване תרגיל
ουσ θ άσκηση ['ascisi] 2 πρόβλημα σε μάθημα problèmeexercice λύνω ασκήσεις μαθηματικών résoudre des problèmes de mathématiques 3 εκτέλεση application άσκηση του εκλογικού δικαιώματος l'exercice du droit de vote 5 μέρος στρατιωτικής εξάσκησης manœuvre στρατιωτικές ασκήσεις des manœuvres militaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|