| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.875.560 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άσκηση |
0,01 sec. |
|
άσκηση Übung, körperliche Bewegung exercise, drill, practice ejercicio exercice ćwiczenie упражнение تمرين cvičení øvelse liikunta tjelovježba esercizio 運動 운동 lichaamsbeweging trening exercício övning การออกกำลังกาย egzersiz bài tập 练习 ουσ θ άσκηση ['ascisi] 2 πρόβλημα σε μάθημα problèmeexercice λύνω ασκήσεις μαθηματικών résoudre des problèmes de mathématiques 3 εκτέλεση application άσκηση του εκλογικού δικαιώματος l'exercice du droit de vote 5 μέρος στρατιωτικής εξάσκησης manœuvre στρατιωτικές ασκήσεις des manœuvres militaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|