άσκοπος

(προωθήθηκε από άσκοπη)
Μεταφράσεις

άσκοπος

('askopos) αρσενικό

άσκοπη

('askopi) θηλυκό

άσκοπο

aimless, pointless, senselesszweckfrei, sinnlosلا مَعْنَى لَهُnesmyslnýmeningsløssin sentidojärjetönabsurdebesmisleninsensato無意味な무분별한zinloossanseløsnieprzytomnyinsensatoбессмысленныйmeningslösไม่มีความหมายduyarsızvô nghĩa无意义的 ('askopo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει στόχο Κάνει άσκοπες συζητήσεις.
2. μάταιος Οι ενέργειές τους είναι άσκοπες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close