| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.194.690 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άσκοπος |
0,01 sec. |
|
άσκοπος aimless, pointless, senseless zweckfrei, sinnlos عديم الاحساس nesmyslný meningsløs sin sentido järjetön absurde besmislen insensato 無意味な 무분별한 bewusteloos sanseløs nieprzytomny insensato бессмысленный meningslös โง่เขลา amaçsız vô nghĩa 无意义的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|