άσπλαχνος

(προωθήθηκε από άσπλαχνο)
Μεταφράσεις

άσπλαχνος

('asplaxnos) αρσενικό

άσπλαχνη

('asplaxni) θηλυκό

άσπλαχνο

ruthless ('asplaxno) ουδέτερο
επίθετο
άκαρδος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close