Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.839.689 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άσπρο

0,03 sec.
άσπρο بيضاء
άσπρο бели, бял, бяла, бяло
άσπρο blanc, blanca
άσπρο bílý
άσπρο hvid
άσπρο weiß, Weiß
άσπρο white
άσπρο blanka
άσπρο blanco
άσπρο valge
άσπρο valkea, valkoinen
άσπρο blanc, blanche
άσπρο לָבָן
άσπρο bijel, bio
άσπρο fehér
άσπρο blanc
άσπρο bianco
άσπρο しろい, 白い
άσπρο
άσπρο alba, album, albus, asper, candidus
άσπρο wit
άσπρο biała, białe, biały
άσπρο branca, branco
άσπρο alb
άσπρο белый
άσπρο biely
άσπρο bel
άσπρο vit
άσπρο ak, beyaz
άσπρο


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.