Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.087.629 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άσπρος

0,04 sec.
άσπρος weiss white blanco blanc bianco candidus wit biały alb
επίθ α / θ / ουδ άσπρος, άσπρη, άσπρο ['aspros, 'aspri, 'aspro]
1 που έχει άσπρο χρώμα blanc, blanche
ένας άσπρος τοίχος un mur blanc
2 ανοιχτόχρωμος blancclair, claire
άσπρο πιπέρι du poivre blanc
άσπρο δέρμα une peau claire
3 χλωμός pâleblême
είμαι άσπρος σαν το πανί être blanc comme un linge
ουσ ουδ άσπρο το λευκό χρώμα blanc


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.