Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.273.382 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γάλα
(προωθήθηκε από άσπρος σαν το γάλα)

0,04 sec.
γάλα мляко llet mléko mælk Milch milk lakto leche piim maito lait חלב mlijeko tej lacte mjólk latte 牛乳 우유 lac pienas piens melk melk mleko leite lapte молоко mlieko mleko млеко mjölk süt 牛奶 حليب นม sữa
ουσ ουδ γάλα ['ɣala]
1 θρεπτικό υγρό των μαστών lait
πίνω γάλα boire du lait
καφές με γάλα du café au lait
σοκολάτα γάλακτος un chocolat au lait
2 χυμός φυτών lait
γάλα καρύδας du lait de coco
κρέμα γάλακτος
κρέμα ζαχαροπλαστικής de la crème fraîche
άσπρος σαν το γάλα
με πολύ λευκό δέρμα blanc comme le lait


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.