| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.442.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άστατος |
0,01 sec. |
|
άστατος fickle, changeable, inconstant, unsettled, whimsical, inconsistent متضارب nedůsledný inkonsekvent widersprüchlich contradictorio epäjohdonmukainen incohérent nedosljedan inconsistente 一貫性のない 일관성이 없는 inconsistent inkonsekvent niezgodny inconsistente несовместимый inkonsekvent ไม่สม่ำเสมอ tutarsız không thống nhất 不一致的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|