| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.535.066 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
άστεγος |
0,01 sec. |
|
|
άστεγος homeless, homeless sans domicile fixe, SDF obdachlos شريد být bez domova hjemløs sin hogar koditon bez kuće senza casa 住む家のない 집이 없는 dakloos hjemløs bezdomny desabrigado, sem-abrigo бездомный hemlös ไม่มีบ้าน evsiz vô gia cư 无家可归的, 无家可归 無家可歸
επίθ α / θ / ουδ άστεγος, άστεγη, άστεγο ['asteɣos, 'asteʝi, 'asteɣo] χωρίς κατοικία sans-abri; sans domicile fixe/S.D.F. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|