άστοχος

(προωθήθηκε από άστοχη)
Μεταφράσεις

άστοχος

('astoxos) αρσενικό

άστοχη

('astoçi) θηλυκό

άστοχο

misguided ('astoxo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε σημαδεύει καλά άστοχο χτύπημα
2. ακατάλληλος άστοχη παρατήρηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close