Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.111.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άσχετος
(προωθήθηκε από άσχετη)

0,02 sec.
άσχετος extrinsic, irrelevant غير متصل بالموضوع irelevantní irrelevant irrelevant irrelevante epäolennainen hors de propos sporedan irrilevante 無関係な 관계가 없는 irrelevant irrelevant niestosowny irrelevante неуместный irrelevant ไม่เกี่ยวข้องกัน alakasız không liên quan 不相关的
επίθ α / θ / ουδ άσχετος, άσχετη, άσχετο ['asçetos, 'asçeti, 'asçeto]
1 χωρίς καμία σύνδεση sans rapport
δύο άσχετα μεταξύ τους θέματα deux sujets sans points communs entre eux
είμαι άσχετος με το θέμα être hors sujet
2 ανίδεος ignorant/-ante
Είμαι άσχετη στη μουσική. Je suis ignorante en musique.
Είμαι άσχετος με την υπόθεση. Je n'ai rien à faire dans cette affaire.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.