άσχημος

(προωθήθηκε από άσχημο)
Μεταφράσεις

άσχημος

('asçimos) αρσενικό

άσχημη

('asçimi) θηλυκό

άσχημο

ugly, bad, nasty, unsightlymoche, laid, mauvaismalo, feoقَبِيحošklivýgrimhässlichrumaružanbrutto醜い못생긴lelijkstyggbrzydkifeioуродливыйfulน่าเกลียดçirkinxấu xí丑陋的 ('asçimo) ουδέτερο
επίθετο
1. καθόλου όμορφος άσχημο σπίτι
2. κακός, δυσάρεστος άσχημα νέα έχω άσχημους τρόπους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close