Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.805.912.022 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άσχημος

0,03 sec.
άσχημος nasty, ugly, bad, unsightly laid, moche, mauvais malo, feo قبيح ošklivý grim hässlich ruma ružan brutto 醜い 못생긴 lelijk stygg brzydki feio уродливый ful น่าเกลียด çirkin xấu xí 丑陋的
επίθ α / θ / ουδ άσχημος, άσχημη, άσχημο ['asçimos, 'asçimi, 'asçimo]
1 καθόλου όμορφος laid, laidemoche
άσχημο σπίτι une maison laide
2 κακός, δυσάρεστος mauvais/-aisevilain/-aine
άσχημα νέα des mauvaises nouvelles
έχω άσχημους τρόπους avoir des vilaines manières
επίρρ άσχημα ['asçima]
1 κακά mal
Η υγεία του πάει άσχημα. Sa santé va mal.
2 με κακό τρόπο mal
Eίναι άσχημα φτιαγμένο. C'est mal fait.
μιλάω άσχημα parler mal
3 δυσάρεστα mauvais
Μυρίζει άσχημα. Ça sent mauvais.
παίρνω κτ άσχημα
παρεξηγούμαι prendre mal qqch


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.