| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.945.092 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άτακτος |
0,02 sec. |
|
άτακτος désordonné, coquin desultory, disorderly, naughty شقي zlobivý uartig ungezogen pícaro tuhma nestašan birichino 腕白な 말썽꾸러기인 stout slem niegrzeczny travesso непослушный stygg ซุกซน yaramaz nghịch ngợm 顽皮的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|