άτακτος

(προωθήθηκε από άταχτος)
Μεταφράσεις

άτακτος

(ataktos)

άταχτος

('ataxtos) αρσενικό

άτακτη

('atakti) θηλυκό

άτακτο

désordonné, coquinnaughty, desultory, disorderlyمُؤْذٍzlobivýuartigungezogenpícarotuhmanestašanbirichino腕白な말썽꾸러기인stoutslemniegrzecznytravessoнепослушныйstyggซุกซนyaramaznghịch ngợm顽皮的שובב ('atakto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι φρόνιμος άτακτο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close