άτιμος

(προωθήθηκε από άτιμο)
Μεταφράσεις

άτιμος

('atimos) αρσενικό

άτιμη

('atimi) θηλυκό

άτιμο

infâmedishonest ('atimo) ουδέτερο
επίθετο
1. πονηρός Πώς μας την έφερε ο άτιμος;
2. που δε φέρεται τίμια άτιμη συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close